Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

Χρόνος και πολιτική

   
του Γιώργου Βουλγαράκη

Ο  χρόνος, από κάθε άποψη  , είναι ένα εξαιρετικά  κρίσιμο μέγεθος. 

Ως συμπαντική οντότητα,  είναι μια εντελώς αφηρημένη έννοια, που δεν συγκεκριμενοποιήθηκε ποτέ, και που  η ροή της γίνεται αντιληπτή, μόνον ως διαφορά ανάμεσα σε  δύο χρονικές στιγμές.

Παρ όλα αυτά, η  ανθρωπότητα  και σίγουρα η Ευρώπη, σε πείσμα των φιλοσοφικών αναζητήσεων, έχει συνεννοηθεί στα αυτονόητα και  τα ημερολογιακά . Σ αυτό, που 
συμβατικά ονομάζεται “πραγματικός χρόνος”.  

Το ερώτημα είναι, ποια είναι η σχέση της κυβέρνησης με τον χρόνο και την συγκυρία ;

Η κυβέρνηση, φαίνεται να αντιλαμβάνεται τη ροή του χρόνου και τη σχέση του με τα γεγονότα, με ένα  εντελώς δικό της τρόπο.

Στην πραγματικότητα , είναι φαντασιακής μορφής!

Πως αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί , ότι δύο μήνες  μετά το σχηματισμό της, βαδίζει με βήμα σημειωτόν ενώ τα στελέχη της συμπεριφέρονται σαν να έχουν διευθετηθεί όλα τα προβλήματα της χώρας; 

Ο απολογισμός του διμήνου, είναι πραγματικά απογοητευτικός.

Φαίνεται να αδιαφορεί για τα ορόσημα, που είναι άμεσα συνδεδεμένα με τις διεθνείς  υποχρεώσεις της χώρας  και  να μην υπολογίζει  ότι ο πραγματικός χρόνος, αποτελεί βασικό στοιχείο του κόστους μιας υπερδανεισμένης  οικονομίας, που εξακολουθεί να αναπνέει με δανεικά.

Πίσω από τις επίμονες διακηρύξεις της ότι δεν πρόκειται να  πάρει κανένα υφεσιακό μέτρο, δείχνει να αγνοεί  ότι το πλέον υφεσιακό μέτρο, είναι η χρονική υστέρηση  στη λήψη αποφάσεων.

Αναλώνει  κρίσιμο χρόνο χαμένη  στις λέξεις , τα επικοινωνιακά τρικ, διάφορες ιδεοληψίες  και  κάθε λογής προκλητικές δηλώσεις που δεν οδηγούν πουθενά.

Προκαλεί με την τακτικής της τη νέκρωση της αγοράς, τη φυγή σημαντικών καταθέσεων από τις τράπεζες, τη δημιουργία ενός κλίματος απόλυτης αστάθειας και αβεβαιότητας που οδηγεί  στο πάγωμα όλων των επενδυτικών σχεδίων.

Υπερτίμησε τις δυνατότητες της και υποτίμησε την πιθανότητα ενός πραγματικού  grexident , ενώ βρέθηκε πολύ κοντά στην πιθανότητα  ενός  πιστωτικού γεγονότος.  

Κατάφυγε σε μεθόδους τεχνικής διευθέτησης των οικονομικών υποχρεώσεων που κινούνται στα ακραία όρια της νομιμότητας και που σε άλλες περιπτώσεις, η αντιπολίτευση θα μιλούσε ως και για προανακριτικές επιτροπές της Βουλής.

Τα ταμειακά διαθέσιμα ασφαλιστικών ταμείων, τα  χρήματα των ΔΕΚΟ και των οργανισμών του δημοσίου,  οι αγροτικές επιδοτήσεις και αποζημιώσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ,  τα κονδύλια που προοριζόταν για δημόσια έργα μέσω του ΕΣΠΑ, όλα μεταφέρθηκαν με απλές υπουργικές αποφάσεις στην Τράπεζα της Ελλάδας, για να αποπληρωθούν οι επείγουσες  δανειακές και άλλες υποχρεώσεις του δημοσίου.

Μήνες μετά την εκλογή της, διαπραγματευτικά, βρίσκεται στο ίδιο σημείο απ το οποίο ξεκίνησε, ενώ η  πραγματική οικονομία  βρίσκεται σε πολύ χειρότερο απ αυτό.

Και όλα αυτά την  ώρα που στην Ευρώπη, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες διαμορφώνονται συνθήκες που ευνοούν μια εκρηκτική  ανάπτυξη.

Το ευρώ έχει υποτιμηθεί σχεδόν κατά 20% σε σχέση με το δολάριο, η μείωση της τιμής του πετρελαίου έχει αγγίξει το 50% και οι δεξαμενές τις ρευστότητας με το σχέδιο Ντράγκι, που αγγίζει το ένα τρις, έχουν ανοίξει .

Είναι προφανές ότι η νέα κυβέρνηση αντιλαμβάνεται τα πάντα διαφορετικά.

Βρίσκεται σ ένα δικό της κόσμο, πολιτεύεται  με ένα διαφορετικό τρόπο και λειτουργεί στο δικό της «πολιτικό χρόνο».


Μόνο που όλα  αυτά, δε συμπίπτουν  με τον πραγματικό χωροχρόνο και αυτό τελικά, αποβαίνει εις βάρος της χώρας.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2015

Λογοπαίγνια και λεξηπλασίες

του Γιώργου Βουλγαράκη

Τον Ιούνιο του 1988 , ο Κων/νος Μητσοτάκης ως αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας ,  κατέθεσε πρόταση δυσπιστίας,  στην κυβέρνηση του  Ανδρέα Παπανδρέου. 

Αφορμή υπήρξε η συνάντηση που είχε ο πρώην  πρωθυπουργός με τον Τούρκο  ομόλογό του Τουργκούτ Οζάλ, στο Νταβός, σε μία  μια προσπάθεια εξομάλυνσης των σχέσεων των δύο χωρών.

 Ήταν τότε που ο Παπανδρέου αναγκάστηκε να ζητήσει συγνώμη στη Βουλή, αναγνωρίζοντας ότι ήταν λάθος , που για χάρη της εξομάλυνσης των  σχέσεων με την Τουρκία, έβαλε «στο ράφι» - όπως τον κατηγορούσε ο   Μητσοτάκης,  το Κυπριακό.

Βέβαια , στη Βουλή , αναγνώρισε το λάθος του, χωρίς όμως ποτέ να το παραδεχτεί ρητά . Αντί αυτού, χρησιμοποίησε το περίφημο  «mea culpa» (δικό μου λάθος)  , που ως τότε, ελάχιστοι καταλάβαιναν.

Την επόμενη μέρα, ο δημόσιος διάλογος επικεντρώθηκε περισσότερο στην έξυπνη κίνηση του Αντρέα, παρά στην ουσία της πράξης του. 

Η τακτική , απέδωσε για καιρό και γι αυτό  είχε υιοθετηθεί κατά κόρον από το ΠΑΣΟΚ της περιόδου εκείνης .

Έκτοτε το πολιτικό λεξιλόγιο,  εμπλουτίστηκε με αρκετές ευρηματικές   λέξεις που ως συνώνυμα, χρησιμοποιήθηκαν   κατά το δοκούν για να περιγράψουν έννοιες, οι οποίες  με τη πάροδο του χρόνου είχαν αποκτήσει αρνητικό  φορτίο.

Η λέξη «αναδόμηση» είχε αντικαταστήσει τον «ανασχηματισμό» , η «μετοχοποίηση» την «ιδιωτικοποίηση», η «συνακρόαση» την «υποκλοπή»  και πάει λέγοντας.

Ο Αλέξης Τσίπρας, σ όλη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα, αντέγραψε κατά κόρον τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Εκφράσεις, συνθήματα , εκφορά πολιτικού λόγου, ακόμα και τη γλώσσα του σώματος με συγκεκριμένες  κινήσεις  είχε χρησιμοποιήσει.

Στην ίδια γραμμή τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ  ως πιστοί αντιγραφείς , καταφεύγουν σε λογοπαίγνια  , στη προσπάθεια τους  να απαλύνουν  το αρνητικό πρόσημο των λέξεων που είχαν χρησιμοποιηθεί ως πρόσφατα.   

Προτάσσουν  τον όρο «πρόγραμμα»  αντί του αποκρουστικού «μνημονίου» ,τους «τρείς θεσμούς»  και «Brussels group»  αντί της μισητής λέξης «τρόικα», την «κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας» αντί της συγκυβέρνησης   και τον όρο  «λιτός βίος» αντί της λιτότητας .

Βεβαία, ανάμεσα στις περιόδους αυτές, τους ηγέτες, αλλά και τη συγκυρία, υπάρχει τεράστια απόσταση .

Διαφορετικού διαμετρήματος  ηγέτης ο Αντρέας και διαφορετικού ο Τσίπρας, και κυρίως η οικονομική συγκυρία της δεκαετίας του 80 δεν έχει καμία σχέση μ όσα βιώνουν οι πολίτες στις μέρες μας.

Είναι σαφές ότι τα ευφυολογήματα  του χθες , είχαν μεν ενδιαφέρον στα μάτια των πολιτών, αλλά επηρέαζαν την καθημερινότητα τους μόνον οριακά.

Αν δηλαδή απομακρυνόταν  κάποιοι Υπουργοί από το κυβερνητικό σχήμα, ήταν σχεδόν αδιάφορο αν  αυτό θα αποκαλείτο   ανασχηματισμός  η αναδόμηση.

Σήμερα τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά.  Όσες εναλλακτικές λέξεις και αν χρησιμοποιηθούν προκειμένου να στρογγυλοποιηθεί μια αντίστοιχη που έχει εγγραφεί αρνητικά στη συνείδηση των πολιτών, η πραγματικότητα δεν αλλάζει.

Είτε πρόγραμμα ονομασθεί  είτε μνημόνιο, η ουσία για τους πολίτες είναι ίδια και προφανώς τους αφορά  άμεσα.

Είναι στο περιεχόμενο πλέον που εστιάζεται η προσοχή  των πολιτών και όχι στο περιτύλιγμα.  

Είναι στα μέτρα που το συνοδεύουν και επηρεάζουν τη καθημερινότητα των πολιτών και όχι στο πως θα αποκαλούνται.

Σήμερα πλέον, οι πολίτες είναι υποψιασμένοι και περιμένουν αποτελέσματα. 

Αυτό, όσο πιο γρήγορα το κατανοήσει το επιτελείο της Κουμουνδούρου, τόσο το καλύτερο  για τους ίδιους και τη χώρα.

(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ στις 22 Μαρτίου 2015)

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

Πολιτικό bullying


του Γιώργου Βουλγαράκη

Οι σχολικές εκθέσεις , είναι κάποιες φορές πολύ αποκαλυπτικές για  τις συνθήκες που βιώνει η μέση Ελληνική οικογένεια.

Σε μια πρόσφατη -μάλλον χιουμοριστική εκπομπή, στο  ραδιόφωνο που αναφερόταν στα  λεγόμενα «μαργαριτάρια» από εκθέσεις μαθητών, αναφέρθηκε το εξής καταπληκτικό, απ το γραπτό ενός εννιάχρονου  :

« Το όνειρο  είναι κάτι πολύ δύσκολο. Ο πατέρας μου λέει κάθε μέρα ,  ότι δεν μπορεί  να ονειρευτεί  τίποτα για να κοιμηθεί τα βράδια…».

Η φράση, προσπεράστηκε απ το δημοσιογράφο με ένα άνευ αξίας, ευφυολόγημα. Προφανώς δεν ήταν σε θέση να αποκωδικοποιήσει τα λόγια του μικρού μαθητή.  

Πίσω απ αυτή τη φράση όμως, κρύβεται ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας .

Όλοι οι  Έλληνες ,ανεξάρτητα από το πόσο έχουν πληγεί από την κρίση, έχουν χάσει το δικαίωμα στο όνειρο.

Προφανώς τα όνειρα δεν είναι ίδια για όλους.

Είναι άλλο το όνειρο για ένα κομμάτι ψωμί και μια δουλειά, και άλλο η ξαπλώστρα στα καταγάλανα νερά των Κυκλάδων.

Μια κοινωνία όμως, για να πάει μπροστά, πρέπει να μπορεί να επιτρέπει στο καθένα, να φαντάζεται το δικό του όνειρο , με το δικό του τρόπο.

Τα αναθεωρημένα  στοιχεία που πρόσφατα έφερε στο φως η Ελληνική Στατιστική Αρχή είναι συγκλονιστικά.

Σχεδόν τέσσερις στους δέκα Έλληνες  στερούνται, λόγω οικονομικής αδυναμίας τουλάχιστον δύο βασικά αγαθά, όπως σωστή διατροφή και ή θέρμανση .  Την ίδια στιγμή, το ποσοστό ανεργίας  ανήλθε στο 25,5%,ενώ το  35,7% αντιμετωπίζει  κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό .

Αυτά τα στοιχεία, καθώς και πολλά ακόμα που θα μπορούσαν να παρατεθούν,  δεν είναι σε θέση να απεικονίσουν την κατάσταση στο σύνολο της.

Υπάρχει, παρ όλα αυτά, το ερώτημα: και οι έχοντες τι κάνουν;

Διότι στην κλίμακα του 100 υπάρχει και η αντίθετη ανάγνωση. Αν δηλαδή το  35,7% αντιμετωπίζει  κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό ,  το υπόλοιπο 64,3 % του ενεργού πληθυσμού δεν διατρέχει  τέτοιο κίνδυνο  και κάποιοι απ αυτούς δεν αντιμετωπίζουν κανένα απολύτως πρόβλημα.
Τι συμβαίνει μ αυτούς;

Δεν υπάρχουν εύποροι Έλληνες , που θα όφειλαν να στηρίξουν την  οικονομία, με επενδύσεις και νέες δουλειές;

Προφανώς και υπάρχουν. Όμως είναι αδύνατον να πραγματοποιηθεί οποιασδήποτε μορφής επενδυτική δραστηριότητα σε συνθήκες οικονομικής ρευστότητας.

Αν για τους περισσότερους συμπολίτες μας το πρόβλημα είναι η αντιμετώπιση της σκληρής και αδυσώπητης  καθημερινότητας, για όλους και ειδικά για τους έχοντες – που θα μπορούσαν να δραστηριοποιηθούν και να συμβάλουν στην οικονομία, είναι το αίσθημα της αβεβαιότητας  και η ατελείωτη πολιτική φλυαρία .

Οι «περήφανες» δηλώσεις περί επιστροφής στη δραχμή, το «Κούγκι», τα δημοψηφίσματα, η απειλή νέων εκλογών, το grexit , οι φοροκατάσκοποι  με στολή παραλλαγής, η απειλή της φορολόγησης και  της ανάσας ,  διαμορφώνουν συνθήκες ενός απίστευτου πολιτικού bullying.

Μιας ατμόσφαιρας δηλαδή, που αποτρέπει  τον οποιοδήποτε δυνητικό επενδυτή να  κάνει έστω και την ελάχιστη σοβαρή επένδυση. Δεν είναι άλλωστε  καθόλου τυχαίο, ότι έχουν παγώσει τα πάντα και οι μόνες νέες δουλειές αφορούν κατά βάση την εστίαση .

Στα βιβλία της οικονομικής επιστήμης, γράφεται συνήθως  ότι οικονομική ανάπτυξη , προϋποθέτει συνθήκες σταθερότητας.

Αυτό φυσικά, είναι σωστό. Εκείνο, όμως, που βασικά πρέπει γράφεται στο εξής, με αφορμή τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, είναι ότι χρειάζεται κυρίως σοβαρότητα!

(Δημοσιεύθηκε στην ΕΠΕΝΔΥΣΗ 22 Μαρτίου 2015 )




Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

Κυβερνώσα Αριστερά


Γιώργος Α. Βουλγαράκης


Τι είναι  άραγε πολιτική ;  Είναι η τέχνη του εφικτού, ή συνομιλία με την ιστορία; Απ όποια άποψη και αν το δει κανείς , τα πράγματα για την κυβέρνηση – παρά τα συντριπτικά ποσοστά αποδοχής που φαίνεται  να απολαμβάνει, είναι μάλλον ανησυχητικά . 

Είναι η άγνοια  της  ουσίας των θεμάτων που καλούνται να χειρισθούν, όπως  στη περίπτωση των λαθρομεταναστών;
Ο επιπόλαιος τρόπος  αντιμετώπισης  των διαφόρων ζητημάτων, όπως στην περίπτωση της ΔΕΗ;
Η απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα και τα  ως εκ τούτου,   ”είπα – ξείπα”  των Υπουργών;

Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση φαίνεται απ τις πρώτες κιόλας ημέρες,  να παρουσιάζει συμπτώματα σοβαρής αρρυθμίας.

Η Αριστερά στην Ελλάδα,  για πάρα πολλά χρόνια μιλούσε χωρίς να μετράει τα λόγια της .
Προσέγγιζε  εκ του ασφαλούς όλα τα ζητήματα, επηρέαζε τη κοινή γνώμη αλλά δεν εισέπραττε  ποτέ, κανένα πολιτικό  κόστος.

Οι διακηρύξεις της, ήταν περισσότερο θεωρητικά θέματα για συζήτηση, παρά πρακτικές προτάσεις εφαρμόσιμης πολιτικής .

 Έτσι, οι παρεμβάσεις της,  δημιουργούσαν μεν πολιτικό φορτίο -στις περισσότερες περιπτώσεις αρνητικό, αλλά ως εκεί. 

Η τακτική αυτή, της έδινε  τη δυνατότητα να συμμαχεί μ όλες  τις  κοινωνικές ομάδες, να συμπράττει  στις διαμαρτυρίες και να αθροίζει  τη φωνή της σε  οτιδήποτε  η δημόσια γνώμη θεωρούσε αξιοκατάκριτο .

Ο πολιτικός της λόγος ακουγόταν  πάντα ευχάριστα, αφού περιείχε και το στοιχείο της ρομαντικής ουτοπίας . Τα ποσοστά της   ήταν παραδοσιακά μικρά, εξ ου και η γνωστή φράση του Λεωνίδα Κύρκου «μας αγαπάτε, αλλά δεν μας ψηφίζετε».

Είχε  και την πολυτέλεια του εσωτερικού διαλόγου , τις εντάσεις του οποίου απορροφούσε και εκτόνωνε  η συγγραφή  διακηρύξεων και κειμένων .
Απόψεις πλειοψηφικές και μειοψηφικές  χωρούσαν με άνεση στο ίδιο κείμενο,  χωρίς η μια να επηρεάζει την άλλη και κυρίως χωρίς καμία να συνεπάγεται άμεσο πολιτικό αποτέλεσμα .

Η αίσθηση  της πολιτικής ασυλίας εξάλλου  που παραδοσιακά  απολάμβανε   στο κόσμο των ΜΜΕ, της έδινε αυτή τη δυνατότητα .

Βεβαίως, όλα αυτά συνέβαιναν ως λίγα χρόνια πριν.

Η Αριστερά του  τότε, ήρθε στις ημέρες μας στα πράγματα. Κατάκτησε, επί τέλους , «την κυβερνητική εξουσία».  Κάπου εδώ, όμως, αρχίζουν τα δύσκολα.

Η πάλαι ποτέ ανέμελη  αριστερά, έχει γίνει πλέον  κυβερνώσα αριστερά.
Το κόμμα των άλλοτε μονοψήφιων ποσοστών, καλείται  να διαχειριστεί τις τύχες της χώρας,  σ ένα περιβάλλον εξαιρετικά δύσκολο  και πολύπλοκο.

Διαπιστώνει καθημερινά,  ότι η σκληρή πραγματικότητα των αγορών  λειτουργεί χρόνια τώρα,  σε πλανητική διάσταση και μετασχηματίζει όλες τις  κοινωνίες.

Ότι ο ρεαλισμός δεν είναι θέμα επιλογής. Είναι ένα  δεδομένο και  υπαρκτό περιβάλλον εντός του οποίου αναγκαστικά πρέπει να κινηθεί.  

Τώρα καταλαβαίνει,  γιατί τα σοσιαλιστικά κόμματα  μετεξελίχθησαν με τη πάροδο του χρόνου, σε σοσιαλδημοκρατικά και τελικά σε κόμματα του φιλελεύθερου σοσιαλισμού.

Τώρα μπορεί να δει καθαρά ότι είναι άλλο το ευκταίο και άλλο το εφικτό.
Η πολυτέλεια του ιδεαλισμού , ανήκει πια στο παρελθόν.

Όσα λέγονται και κυρίως όσα γίνονται, παράγουν αποτελέσματα και τίποτα  δεν είναι χωρίς κόστος .

Υπάρχουν  συνέπειες όχι μόνο για την κυβέρνηση, αλλά για την ίδια τη χώρα. Και σ ένα τέτοιο περιβάλλον , τα λάθη δεν συγχωρούνται.

Με λίγα λόγια,  πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι οι πολίτες  δεν τους επέλεξαν για να αερολογούν και να συνεντευξιάζονται.

Τους επέλεξαν για να κυβερνήσουν.

(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ 14 Μαρτίου 2015)

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Το σύνδρομο της ‘ουράς του σκύλου’

του Γιώργου Βουλγαράκη       


Το οικονομικό πρόβλημα της χώρας  είναι απελπιστικά σαφές .
Η Ελλάδα  βρίσκεται , σ ένα φαύλο κύκλο ελλειμμάτων – χρέους, που την οδηγεί από αδιέξοδο σε αδιέξοδο, χωρίς ορατή προοπτική εξόδου.

Τα δημόσια ελλείμματα, η ανορθολογική διαχείριση του χρέους και των δαπανών,  η έλλειψη εξαγωγών, η αποσάρθρωση του πρωτογενούς τομέα , η ανύπαρκτη ανταγωνιστικότητα και η κατάρρευση της αγοράς εργασίας, σωρευτικά δημιούργησαν και αναπαράγουν την κρίση.

Η χώρα, για σειρά ετών,  δαπανούσε  περισσότερα απ όσα παρήγαγε , ενώ ένα πλήθος  πολιτικών στρεβλώσεων  διεύρυνε στη πορεία του χρόνου, την ήδη προβληματική βάση της οικονομίας.

Όσο όμως το πρόβλημα είναι γνωστό, άλλο τόσο και οι λύσεις του είναι συγκεκριμένες.  

Ανεξάρτητα από τις ενστάσεις που αφορούν  τον τρόπο υπαγωγής της χώρας στους μηχανισμούς στήριξης και το περιεχόμενο των δεσμεύσεων που ανάλαβε – που είναι σε μεγάλο βαθμό σωστές,  η ουσία δεν αλλάζει.   

Η Ελλάδα   πρέπει να αναοριοθετήσει το θεσμικό της πλαίσιο και να εξορθολογήσει την αρχιτεκτονική  της  οικονομία της. Πρέπει να μειώσει τις δαπάνες , να αυξήσει τα έσοδα, να βελτιώσει την παραγωγικότητα της και  να δομήσει ένα σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον ,αντίστοιχο μ αυτό των  χωρών του δυτικού κόσμου.

Οι αλλαγές αυτές είναι και επώδυνες και επίπονες.
Είναι μέτρα σκληρά που συνεπάγονται  θυσίες , κοινωνικές ρήξεις και κόστος. 

Ο πολιτικός κόσμος της χώρας,  στο σύνολο του, ενώ γνώριζε ότι η απαγκίστρωση της χώρας απ αυτή συγκυρία περνά αναγκαστικά απ αυτή τη στενωπό , συμπεριφέρθηκε – με εναλλασσόμενους  ρόλους, εξαιρετικά ανεύθυνα.
Απ το «λεφτά υπάρχουν», στα «Ζάππεια» και από εκεί, στις «δεσμεύσεις της Θεσσαλονίκης» .

Τα χρόνια της κρίσης, το πολιτικό προσωπικό συμπεριφέρθηκει όπως ο σκύλος που κυνηγά  την ουρά του.

Η εκάστοτε αντιπολίτευση υπόσχεται τα πάντα στους πάντες, ώσπου να σαγηνεύσει  το εκλογικό σώμα και μόλις αναλάβει την εξουσία, αναγκαστικά προσαρμόζεται στη σκληρή πραγματικότητα.  

Με την ίδια η διαφορετική ορολογία, η πολιτική παραμένει περίπου ίδια.
Η τακτική αυτή, εντείνει  το πρόβλημα και δημιουργεί νέα αδιέξοδα. 
Η χώρα χάνει πολύτιμο χρόνο και πηγαίνει  «ένα βήμα μπροστά, δυο πίσω».
Αυτός ο πολιτικός φαύλος κύκλος, πρέπει επί τέλους να σπάσει.

Οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου οφείλουν να συνεννοηθούν για τα αυτονόητα. Να θέσουν στο πολιτικό απυρόβλητο τα σοβαρά και τα  κρίσιμα . Έχουν υποχρέωση να συναντηθούν  και να συμφιλιωθούν με την πραγματικότητα που απαιτεί συνεννοήσεις και συναινέσεις. Πρέπει να κάνουν βήματα σύγκλισης, όλοι με όλους.

Αν δεν μπορούν να το κάνουν πολιτικά, ας το κάνουν θεσμικά, ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Προφανώς, δεν είναι  όλοι ίδιοι, πρέπει όμως να είναι όλοι μαζί μπροστά στο πρόβλημα.  Αν η χώρα άλλωστε καταστραφεί, θα έχουν καταστραφεί όλοι και η ευθύνη θα είναι καθολική.

Η νέα κυβέρνηση,  φαίνεται να  έχει σήμερα τουλάχιστον, τη μοναδική ευκαιρία να το πραγματοποιήσει,  αφού η στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, για πρώτη φορά, της δίνει αυτά τα περιθώρια.  
Θα είναι μεγάλο πολιτικό λάθος, αν αφήσει να χαθεί αυτή μοναδική  ευκαιρία. Είναι άλλωστε βέβαιο, ότι δεν θα την έχει για πάντα.

( Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΕΠΕΝΔΥΣΗ στις 7/3/2015 )










Σάββατο 7 Μαρτίου 2015

ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΧΡΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΠΛΕ

Γιώργος Α. Βουλγαράκης


Το αποτέλεσμα των πρόσφατων βουλευτικών εκλογών έχει εκ των πραγμάτων σηματοδοτήσει μια σειρά διεργασιών στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Αυτή την περίοδο, έχουν ακουστεί αρκετές απόψεις για  τις αιτίες της ήττας , αλλά και σκέψεις για το  μέλλον.

·        Ήταν οι  λαθεμένες επιλογές της ηγεσίας που επέφεραν το αποτέλεσμα;
·        Η ηγεσία η ίδια και το επιτελείο  της ;
·       Η λεγόμενη «δεξιά στροφή» που περιόρισε το εύρος της παράταξης και την απήχηση του πολιτικού της λόγου;
·        Η ανακολουθία ανάμεσα στα Ζάππεια  και στην κυβερνητική πρακτική;
·        Η λαθεμένη  προσέγγιση  της στρατηγική του φόβου;

Ανεξάρτητα από το πώς προσεγγίζεται  το αποτέλεσμα , το βέβαιο είναι ότι όλοι, αργά η γρήγορα ,  θα κληθούν να απαντήσουν  σ αυτά τα ερωτήματα και κυρίως στο πως θα πορευτεί το κόμμα στο μέλλον.

Η διαδικασία αυτή, ανεξάρτητα από την κατάληξη της, θα είναι από μόνη της επώδυνη και επίπονη .
Εμπεριέχει την  αντίθεση, την αντιπαράθεση και τη σύγκρουση. Θα αναμετρηθούν πρόσωπα, σχολές σκέψεις , πολιτικές πρακτικές  και ιδεολογικές θέσεις . Θα καταγράψει τις διαφορετικές προσεγγίσεις της κάθε γενιάς , την διαφορά του «νέου» με το «παλιό».
Το ζητούμενο , όμως , είναι  όλη αυτή η διαδικασία να είναι  αποτελεσματική.  

Σε τελική ανάλυση, αυτό  ενδιαφέρει τους Νεοδημοκράτες . Αυτό ενδιαφέρει και την ίδια τη  δημοκρατία, που χρειάζεται εναλλακτικές για να λειτουργεί χωρίς αδιέξοδα.

Η ΝΔ δεν είναι ένα κόμμα που γεννήθηκε χθες.
Ούτε βρίσκεται για πρώτη φορά στην ιστορία της, σε παρόμοια θέση .
Ηττα –με παρόμοια χαρακτηριστικά , διαχειρίστηκε το 1981,  το 1993 , το 2009. 

Αν η ιστορία λοιπόν διδάσκει, τις ήττες αυτές, ακολούθησε πάντα:

Αλλαγή ηγεσίας,
σχεδόν πλήρης αντικατάσταση του στελεχιακού της δυναμικού,
μακρά ιδεολογική αναζήτηση και περιπλανήσεις στρατηγικής,
σχεδόν  πλήρης εγκατάλειψη του θετικού έργου της εκάστοτε πρόσφατης κυβερνητικής  περιόδου.

Η ιστορία όμως διδάσκει επίσης, ότι σε όλη της την ιστορική διαδρομή και μετά από κάθε παρόμοια κρίση, η Νέα Δημοκρατία : 

έχασε σε πολιτικό δυναμικό ,
αδρανοποιήθηκαν κομματικά,  ολόκληρες γενιές στελεχών, 
δημιουργήθηκε – άλλοτε πρόσκαιρα και άλλοτε μονιμότερα, κρίσιμος χώρος για νέους πολιτικούς σχηματισμούς, 
παράλειψε κομμάτια της ιστορίας της που αναγκάστηκε να επαναφέρει και να επικαλεστεί  πολύ αργότερα  στο δημόσιο διάλογο.

Η Νέα Δημοκρατία, λοιπόν, βρίσκεται για άλλη μια φορά μπροστά σε μια ιστορική πρόκληση, που αφορά τον επανακαθορισμό της ταυτότητας και της φυσιογνωμία της.

Μπροστά στην πρόκληση αυτή, πρέπει να αντλήσει διδάγματα από το παρελθόν  της.

Πρέπει να ανοίξει θαρραλέα τις πόρτες της στην κοινωνία και τις αντιφάσεις της.
Να ξαναγίνει ένας ευρύχωρος πολιτικός σχηματισμός, που θα προσφέρει έδαφος και ρόλο, σ όποιον συμφωνεί με τις αρχές και τις αξίες της, όπως προσδιορίστηκαν απ την ιδρυτική της διακήρυξη που παραμένει πάντα επίκαιρη και διαχρονική .

Η  ΝΔ τους χρειάζεται όλους και πρέπει να προχωρήσει με όλους. Με όσους υπήρξαν στο παρελθόν ,όσους είναι σήμερα  και όσους θα είναι αύριο στην ηγεσία της.
Με διαφορετικούς ρόλους, αλλά όλους. Χρειάζεται όλες τις αποχρώσεις της  φωνής της αρμονικά δεμένες σ ένα ενιαίο σύνολο.

 Όσοι πιστεύουν σ αυτή την παράταξη και την προοπτική της, καταλαβαίνουν, ότι σήμερα περισσότερο από  ποτέ, χρειάζονται όλες τις αποχρώσεις του μπλε.

(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ 7/3/2015)