Ο πιο  πολυπόθητος τίτλος στη χώρα, είναι αναμφίβολα αυτός του «Προέδρου».Είναι απολύτως βέβαιον ότι αν σε ένα πολυσύχναστο μέρος ακουστεί η λέξη «Πρόεδρε», θα γυρίσουν τουλάχιστον οι μισοί. Φαίνεται  ότι  ασκεί  μια μαγική έλξη στους ανθρώπους με αποτέλεσμα όσοι είναι ήδη Πρόεδροι, επιθυμούν να παραμείνουν – αν είναι δυνατόν και ισοβίως, και όσοι δεν είναι, επιθυμούν να αναδειχθούν.  
Η επιθυμία αυτή, υπάρχει σε υπερθετικό βαθμό, στα πολιτικά κόμματα και είναι λογικό διότι ο Πρόεδρος   με τον ένα η τον άλλο τρόπο παρεμβαίνει στο κοινωνικό γίγνεσθαι .
Είναι συνεπώς δικαιολογημένο κάθε φορά που η κορυφή της πυραμίδας φαίνεται ότι μπορεί να αλλάξει, να υπάρχει συνωστισμός υποψηφίων. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα και στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Η Νέα Δημοκρατία έχασε τις εκλογές και η ήττα αυτή  εκ των πραγμάτων θέτει θέμα Προέδρου, ανεξάρτητα από το πότε και πώς θα καταγραφεί τυπικά.
Αυτό όμως είναι το  θέμα για την αξιωματική αντιπολίτευση; Δηλαδή η αντικατάσταση ενός προσώπου από ένα άλλο ;
Η πραγματικότητα δυστυχώς, δεν είναι τόσο απλή όσο ακούγεται. Για τη Νέα Δημοκρατία, δεν αρκεί μια απλή εναλλαγή ενός προσώπου από ένα άλλο στην Προεδρία, για να μπορέσει να απευθυνθεί ξανά στους  πολίτες και να ζητήσει την  υποστήριξη τους.
Το δε πλήθος των υποψηφίων που καταγράφεται  τελευταία , εκτός του ότι αγγίζει τα όρια της αμετροέπειας για κάποιους,  είναι και πολιτικά επικίνδυνο.
Απόψεις του τύπου «γιατί αυτός και όχι εγώ», μπορεί να ισχύουν σε άλλους χώρους, δεν ισχύουν όμως στην πολιτική  και πολύ περισσότερο όταν ο τελικός κριτής είναι ο λαός. 
Ο ηλικιακός προσδιορισμός επίσης, μπορεί να ισχύει στον αθλητισμό, δεν ισχύει όμως για τις ηγεσίες των κόμματων. Ενδεχομένως να είναι ικανή, σίγουρα όμως  δεν είναι αναγκαία συνθήκη για την πολιτική στο ανώτατο της επίπεδο.
Η μνημονική η αντιμνημονιακή στάση εξάλλου, δεν είναι μπορεί να είναι ηγετικό παράσημο στο πέτο του κάθε δυνάμει υποψηφίου, ούτε να οριοθετήσει ιδεολογικά έναν πολιτικό.    
Η Νέα Δημοκρατία  πρέπει να ξαναδεί τα πάντα απ την αρχή αν θέλει  να αποκαταστήσει  τη σχέση της με την κοινωνία που έχει διαταραχθεί.
Τα στελέχη της πρέπει να αντιληφθούν ότι πίσω από το βαρύ όνομα που της έδωσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής  υπάρχει μια ολόκληρη παράταξη που αναζητά την έκφραση της και αν δεν την βρει στον ιστορικό της φορέα , θα τη βρει μετά βεβαιότητας, αλλού.
 Έτσι εξηγείται άλλωστε και η επιτυχημένη εμφάνιση σχηματισμών στα πλευρά της , που κατά βάση απευθύνθηκαν  σε τμήματα του  ίδιου ευρύτερου χώρου.
Τα στελέχη συνεπώς δεν πρέπει να αναζητήσουν ένα  « χαλίφη στη θέση του χαλίφη». Αν είναι αυτό το ζήτημα, ας μείνει με τον ίδιο, μέχρι τελικής συρρικνώσεως.
Πρέπει να αναζητήσουν  ηγέτη.
Να αναζητήσουν αυτόν που μπορεί και όχι αυτόν που απλά θέλει η εξυπηρετεί. Η Νέα Δημοκρατία εξάλλου κέρδισε εκλογές, μόνον όταν είχε ηγέτες που λειτούργησαν με τη λογική της παράταξης και όχι του κόμματος.
Ας καθίσουν λοιπόν όλοι γύρω από ένα τραπέζι όσο είναι ακόμα καιρός και να θέσουν το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων. Οφείλουν να βάλουν στην άκρη της προσωπικές φιλοδοξίες και να δουν το δάσος και όχι το δένδρο.
Ο πολιτικός χρόνος για τη Νέα Δημοκρατία με τη σημερινή μορφή τελειώνει.
Αυτό δεν θα είναι δυστύχημα  μόνο για την παράταξη  των μεγάλων εθνικών επιλογών .
Θα είναι δυστύχημα για την χώρα.